Ο καθηγητής Πίτερ Όπενσο, μέλος επιστημονικής επιτροπής που συμβουλεύει τη βρετανική κυβέρνηση στα θέματα της πανδημίας, δηλώνει στους Sunday Times ότι πολλά μέλη των επιστημονικών συμβουλευτικών επιτροπών ήθελαν να ληφθούν μέτρα περιορισμού μετακινήσεων των Βρετανών νωρίτερα από τη στιγμή που το έπραξε η κυβέρνηση, στις 23 Μαρτίου.

«Νομίζω ότι η κρίσιμη περίοδος καθυστέρησης έκανε τη μεγάλη διαφορά στους αριθμούς της κορύφωσης της πανδημίας, τόσο ως προς τις νοσηλείες όσο και ως προς τους θανάτους. Νομίζω ότι ο καθένας θα αποδεχόταν τώρα κοιτάζοντας πίσω ότι αν είχαμε επιλέξει το lockdown δύο εβδομάδες νωρίτερα, αυτό θα είχε μειώσει σημαντικά τους αριθμούς νοσηλειών και θανάτων», λέει ο πνευμονολόγος και καθηγητής Πειραματικής Ιατρικής στο Imperial College του Λονδίνου.

Είναι ο δεύτερος επιστημονικός σύμβουλος της κυβέρνησης που προβαίνει σε αυτή την παραδοχή μέσα σε λίγες ημέρες μετά από τον καθηγητή βιολογίας στο Πανεπιστήμιο St Andrews σερ Ίαν Μπόιντ που μιλούσε στο BBC.

Οι δηλώσεις του Βρετανού γιατρού περιλαμβάνονται σε εκτενές δημοσίευμα-έρευνα της βρετανικής εφημερίδας για τις «παλινωδίες και καθυστερήσεις» της βρετανικής κυβέρνησης στην αντιμετώπιση της πανδημίας «που κόστισαν χιλιάδες ζωές».

Το δημοσίευμα αποκαλύπτει ότι οι ομάδες μαθηματικών μοντέλων υπολογισμού των επιπτώσεων του κορωνοϊού στο Imperial College και στη Σχολή Υγιεινής και Τροπικής Ιατρικής του Λονδίνου είχαν προειδοποιήσει την κυβέρνηση ήδη από τις αρχές Μαρτίου ότι χωρίς δραστικά μέτρα η χώρα θα αντιμετώπιζε «καταστροφική απώλεια ζωών».

«Έως τότε, όμως, οποιαδήποτε ελπίδα συγκράτησης του ιού μέσω ιχνηλάτησης επαφών είχε παρέλθει, διότι η κυβέρνηση δεν είχε αυξήσει επαρκώς τη δυνατότητα διαγνωστικών ελέγχων τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο», γράφουν οι Sunday Times.

Ως εκ τούτου, προσθέτει το δημοσίευμα, η βρετανική κυβέρνηση είχε την πρόθεση να επιδιώξει μία πολιτική συγκράτησης και καθυστέρησης διασποράς του ιού επιτρέποντας τη μετάδοσή του στον πληθυσμό με πρόθεση προφύλαξης των ευπαθών και ηλικιωμένων, με πρόσθετα μέτρα όταν θα διαγραφόταν κίνδυνος κατάρρευσης του εθνικού συστήματος υγείας NHS.

Όπως σημειώνεται, αυτό το μοντέλο, που παραπέμπει στην έννοια της ανοσίας της αγέλης, βασιζόταν στο μοντέλο διαχείρισης μιας επιδημίας γρίπης, παρόμοιας λοιμογόνου ικανότητας με τον κορωνοϊό, αλλά λιγότερο θανατηφόρας.

«Αυτό, ωστόσο, ήταν ένα μεγάλο ρίσκο, καθώς δεν υπήρχε ξεκάθαρη απόδειξη ότι όσοι είχαν προσβληθεί από τον ιό θα είχαν προστασία αντισωμάτων με διάρκεια. Παρά τη χρήση του όρου, η κυβέρνηση αρνείται ότι ακολουθούσε πολιτική ανοσίας της αγέλης», σημειώνεται.

Παρόλα αυτά, η εφημερίδα παραθέτει δήλωση συμβούλου της Ντάουνινγκ Στριτ εκείνη την περίοδο, τον οποίο δεν κατονομάζει, ο οποίος λέει ότι η ανοσία της αγέλης ήταν κεντρική στα σχέδια της κυβέρνηση στα τέλη Φεβρουαρίου και στις αρχές Μαρτίου.

Όπως αναφέρεται στη συνέχεια, η βρετανική κυβέρνηση δε ζήτησε από τους επιστήμονες των μαθηματικών μοντέλων να μελετήσουν τον αντίκτυπο ενός lockdown. Αυτό το έκαναν οι ομάδες του Imperial και της Σχολής Υγιεινής και Τροπικής Ιατρικής με δική τους πρωτοβουλία στα μέσα Μαρτίου, δείχνοντας ότι μόνο με ένα lockdown οι θάνατοι θα μπορούσαν να συγκρατηθούν σε δεκάδες χιλιάδες.

«Οι κεντρικές εκτιμήσεις σοβαρότητας της κατάστασης στα μοντέλα των επιστημόνων θεωρήθηκαν από την κυβέρνηση ως ένα εύλογο χείριστο σενάριο, όχι το πιθανότερο σενάριο. Τους πήρε καμπόσο καιρό για να πειστούν», σχολιάζει πηγή της εφημερίδας κοντά στους επιστήμονες.

Η ίδια πηγή εκτιμά ότι «μία υπερισχύουσα ανησυχία και ο λόγος που τόσο πολύς χρόνος δαπανήθηκε κοιτώντας εναλλακτικές, όπως ο μετριασμός του αντίκτυπου και η προφύλαξη των ευπαθών, ήταν ότι όλοι, ιδιαίτερα ο (αρχίατρος) Κρις Γουίτι, ο (επικεφαλής επιστημονικός σύμβουλος) Πάτρικ Βάλανς και οι άνθρωποι καθορισμού πολιτικής ήξεραν ποια θα ήταν τα οικονομικά και κοινωνικά κόστη του lockdown».

Το πρωινό του Σαββάτου της 14ης Μαρτίου, σε σύσκεψη όπου συζητήθηκαν οι προγνώσεις των δύο επιστημονικών μοντέλων, ο «αρχικά εχθρικός» στην ιδέα του lockdown Πρωθυπουργός Τζόνσον «παραμέρισε τα φιλελεύθερα ένστικτά του και συμφώνησε επί της αρχής ότι ένα lockdown θα ήταν αναγκαίο», συνεχίζει το δημοσίευμα.

Παρόλα αυτά, χρειάστηκαν ακόμα εννέα ημέρες συζητήσεων επί λεπτομερειών έως ότου τεθούν σε ισχύ οι περιορισμοί στις μετακινήσεις.

Αυτές οι εννέα ημέρες ήταν ιδιαίτερα «βάρβαρες» ως προς το ρυθμό διασποράς του ιού, γράφει η εφημερίδα επικαλούμενη επιστημονικούς υπολογισμούς που αναφέρουν ότι τα κρούσματα διπλασιάζονταν εκείνη την περίοδο τόσο γρήγορα ώστε η χώρα εκτιμάται ότι είχε φτάσει το ενάμισι εκατομμύριο φορείς από περίπου 130.000 στις 12 Μαρτίου.

Το δημοσίευμα αναφέρει ότι με βάση επιστημονικά δεδομένα καμία άλλη χώρα δεν επέτρεψε τόσο μεγάλη αύξηση του ρυθμού διασποράς του ιού πριν αποφασίσει τελικά να επιβάλει lockdown.

«Εκείνες οι 20 ημέρες της κυβερνητικής καθυστέρησης είναι ο πιο σημαντικός λόγος που το Ηνωμένο Βασίλειο έχει το δεύτερο υψηλότερο αριθμό θανάτων από τον κορωνοϊό στον κόσμο», αποφαίνονται οι συντάκτες.

Απαντώντας στο δημοσίευμα εκπρόσωπος της κυβέρνησης είπε ότι η στρατηγική εξ αρχής είχε στόχο την προστασία του NHS και να σωθούν ζωές.

«Ήταν ζωτικής σημασίας σε όλη τη διάρκεια της παγκόσμιας πανδημίας να γίνονται παρεμβάσεις στις οποίες το κοινό θα ήταν δυνατό να προσαρμοστεί σε επαρκείς αριθμούς για μακρά περίοδο. Η κυβέρνηση έχει καταστήσει σαφές ότι η ανοσία της αγέλης δεν ήταν ποτέ πολιτική μας ή στόχος», είπε ο εκπρόσωπος.