Οι διπλωματικοί ελιγμοί της Τουρκίας βρίσκονται στην κορύφωσή τους. Με αιχμή του δόρατος το προσφυγικό ζήτημα, η Αγκυρα εντείνει την πίεση προς πάσα κατεύθυνση, ελπίζοντας πως θα μετατρέψει τις ζημιές της και ενδεχόμενες απώλειες (βλ. Κουρδικό) σε γεωπολιτικά και οικονομικά οφέλη.

Κύρια προτεραιότητα παραμένει η εγκαθίδρυσή της και στα ανατολικά του Ευφράτη με το «καρότο» για την ΕΕ του επαναπατρισμού 1 εκατομμυρίου Σύρων σε μία ζώνη εντός της Συρίας στην οποία σήμερα βρίσκονται εγκατεστημένοι οι Κούρδοι.

Η Τουρκία θέλει αυτή να είναι κατά μήκος της συροτουρκικής μεθορίου (450 χλμ.) σε βάθος 30-40 χλμ. Αποσκοπεί στη δημογραφική αλλοίωση του κουρδικού πληθυσμού αλλά και στην εξασφάλιση μόνιμης τουρκικής παρουσίας (στρατιωτικής και οικονομικής), αλλά αντιλαμβάνεται την απροθυμία των ΗΠΑ να συναινέσουν σε ένα τέτοιο σενάριο, τουλάχιστον όπως το εννοεί η Τουρκία.

Κατά ένα φαινομενικά παράδοξο τρόπο (όχι πάντως για τον τούρκο πρόεδρο), εκβιάζει την Ουάσιγκτον μέσω Βρυξελλών, γνωρίζοντας ότι αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες – παρά το σφράγισμα του βαλκανικού διαδρόμου – δεν αντέχουν στην ιδέα επανάληψης έστω και μέρους των ρευμάτων του 2015.

Ενισχύοντας, μάλιστα, τις ακραίες φωνές στην ΕΕ, που επηρεάζουν καθοριστικά τις πολιτικές εξελίξεις σε αρκετές χώρες, προσδοκά σε επικαιροποίηση της ευρωτουρκικής συμφωνίας με έμφαση στην εκταμίευση περισσότερων ευρωπαϊκών κεφαλαίων, που θα μπορούσαν να κατευθύνονται και προς την τουρκική κυβέρνηση και όχι αποκλειστικά τις ΜΚΟ, όπως συμβαίνει έως σήμερα.

Οσο και αν μοιάζουν αποσυνδεδεμένα τα δύο θέματα, στο μυαλό των τούρκων ιθυνόντων όσο το Προσφυγικό παραμένει σε εκκρεμότητα και η απειλή πολλαπλασιασμού των ροών βρίσκεται στο τραπέζι, οι Βρυξέλλες θα δυσκολεύονται να ασκήσουν σοβαρή πίεση (βλ. κυρώσεις) στην Αγκυρα για τις έκνομες ενέργειές της εναντίον ενός κράτους-μέλους, όπως η Κύπρος.

Ετσι, εκμεταλλευόμενη την εξέλιξη του Προσφυγομεταναστευτικού σε αχίλλειο πτέρνα της ΕΕ, εκτιμά (σωστά προσώρας) ότι αυτή θα παραμείνει καθηλωμένη, ενώ η έκδηλη αμηχανία της αμερικανικής διοίκησης στη διαχείριση της συμπεριφοράς ενός πολύτιμου αλλά αναξιόπιστου και συν τω χρόνω προβληματικού εταίρου, προσφέρει χώρο και χρόνο στην Τουρκία για να κινηθεί δυναμικά. Ξέρει ή οφείλει να γνωρίζει ότι αυτή η πολιτική έχει εκ των πραγμάτων όρια και γι’ αυτό σπεύδει να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο προκειμένου να δημιουργήσει τετελεσμένες καταστάσεις είτε νέα δεδομένα στο πεδίο της διαπραγμάτευσης.

Κορυφαίο παράδειγμα αποτελεί η στάση της στο ζήτημα της Αμμοχώστου και ειδικότερα των Βαρωσίων. Η Αγκυρα εμφανίζεται να σχεδιάζει τον εποικισμό μιας «νεκρής» πόλης κόντρα στα ψηφίσματα του ΟΗΕ και ενώ προ δυόμισι ετών φιγούραρε στη λίστα των Τουρκοκυπρίων στις υπό παραχώρηση περιοχές προς τους νόμιμους κατοίκους της, τους Ελληνοκύπριους.

Και εδώ η Τουρκία αρχίζει να εξαντλεί τα χαρτιά της ώστε να αντιστρέψει τις δυσμενείς για αυτήν καταστάσεις: προσπαθεί να επιβάλει τους δικούς της όρους σε περίπτωση επανέναρξης των διαπραγματεύσεων ή αλλιώς να τις τορπιλίσει, να αποδείξει ότι προετοιμάζεται για διχοτόμηση, να «αδειάσει» τον νυν ηγέτη των Τουρκοκυπρίων, δείχνοντας με σαφήνεια τον εκλεκτό της ενόψει των εκλογών του Μαρτίου 2020 και κυρίως να εκβιάσει μία λύση (επανα)οριοθέτησης των θαλασσίων συνόρων και συνδιαχείρισης των φυσικών πόρων με Λευκωσία και Αθήνα, επισείοντας τον κίνδυνο επιβολής διά της ισχύος ή ένοπλης σύγκρουσης αν σταθούν εμπόδιο στους σχεδιασμούς της.

Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι εκτελεστικός διευθυντής του ΙΔΙΣ. Η 3η έκδοση του βιβλίου του «Τουρκία, Ισλάμ, Ερντογάν» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία.