Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκάλεσε -και δικαιολογημένα- ανακούφιση σε κάθε λογικό άνθρωπο. Και στους λογικούς των δημοσίων υπαλλήλων επίσης.

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 

Εάν η απόφαση ήταν διαφορετική, η οικονομία θα δεχόταν ένα τεράστιο πλήγμα με απρόβλεπτες συνέπειες και αυτό, πριν ακόμα να μάθουμε τη λέξη «κορωνοϊός». Ο καθένας αντιλαμβάνεται τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο τώρα.

Διαβάζω τα πρώτα σχόλια. Χολή, προσβλητικές αναφορές στους δημοσίους υπαλλήλους ενίοτε στα όρια της αθλιότητας, ισοπέδωση για τους «αχαΐρευτους» που «κάθουνται τζιαι ξιούνται», τους «κουνόσιυλλους» και διάφορα άλλα τα οποία ειδικά τέτοιες στιγμές δεν τα βρίσκω ούτε κατ’ ελάχιστον αστεία.

Και εάν επείγει να κάνουμε κάτι τώρα, αυτό είναι να απομονώσουμε αυτές τις φωνές της ανευθυνότητας, της χυδαιότητας και της κοινωνικής διάσπασης. Και θα εξηγήσω το γιατί.

Είναι γεγονός πως το Δημόσιο φιλοξενεί ουκ ολίγους του είδους. Δεκαετίες απραξίας και κρατικής αδιαφορίας επέτρεψαν σε ένα φαύλο συνδικαλιστικό κατεστημένο να δημιουργήσει ένα παράλληλο κράτος επί της ουσίας, το οποίο όμως επιβίωσε και γιγαντώθηκε για έναν απλό και μοναδικό λόγο: διότι ήταν ένα πολύτιμο εργαλείο στα χέρια ενός πολιτικού κατεστημένου.

Εκεί εξοφλούσε τα ρουσφέτια του, εκεί έπαιζε με τους φόρους όλων μας τα παιγνίδια του διορίζοντας ό,τι πιο ανειδίκευτο στην καλύτερη και άχρηστο παντελώς στη χειρότερη είχε να επιδείξει η κοινωνία.

Χωρίς ποτέ να επενδύει στην εκπαίδευση αυτών των μαζών αλλά ούτε και στην αξιολόγησή τους. Ούτε αυτών ούτε των άλλων όλων. Όλοι κρίνονταν -και κρίνονται ακόμα σε πολλές περιπτώσεις- ως άριστοι.

Το Δημόσιο (και Ημιδημόσιο) έγινε έτσι το Ελντοράντο αυτών που δεν ήθελαν να δουλέψουν ή απλώς ήθελαν μια εύκολη και μόνιμη δουλειά εφ’ όρου ζωής -ή και τα δύο- ενώ γενεές ολόκληρες γαλουχήθηκαν με αυτό το όνειρο της διαφθοράς επί της ουσίας: να μπουν στο Δημόσιο για να την κάνουν με τους φόρους των άλλων.

Το λάθος που κάνουμε είναι να λέμε όμως, ειδικά σήμερα, πως όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι αυτό. Ναι, διατηρούνται ουκ ολίγες κακοδαιμονίες και στρεβλώσεις, ωστόσο, ξέρουμε πως η εικόνα αυτή ένα μέρος των υπάλληλων του Δημοσίου είναι που αφορά πλέον.

Και δεν μπορούμε τη μία να κάνουμε λ.χ. νούμερα στα μπαλκόνια για τους ανθρώπους «της πρώτης γραμμής» και την άλλη να εκσπερματίζει η κοινωνία με τις ιαχές του όχλου για τους «χαρραμοφάηδες» που «τους την έκατσεν το Ανώτατο», όπως διάβασα προ ολίγου.

Το μισθολόγιο του Δημοσίου πάσχει ναι. Πάσχει διότι καταγράφει πολλαπλές ταχύτητες πατρικίων και ιππέων, όπως και πληβείων αλλά και δούλων.

Μοιράζει πλουσιοπάροχα αμοιβές και συντάξεις σε μια μικρή ποσοστιαία μερίδα η οποία δεν ήταν κατ’ ανάγκην νωθροί (μόνο) ευνοούμενοι (μόνο επίσης) του συστήματος αλλά συχνά και άνθρωποι με κατάρτιση οι οποίοι δούλεψαν πολύ για να φτάσουν εκεί όπου έφτασαν.

Πληρώνει καλά ή και όχι, τους πληβείους που λέγαμε, τη μεγάλη μάζα από την οποία κάποιοι δουλεύουν πολύ σκληρά και κάποιοι όχι. Κάποιοι δε έχουν πολύ καλά ακαδημαϊκά προσόντα ή κατάρτιση και υπέστησαν σοβαρές και οδυνηρές ακόμη περικοπές όπως όλοι το 2013.

Όπως επίσης, το Δημόσιο, έχει και τα δουλικά, τους συμβασιούχους τους οποίους η κάστα των συνδικαλιστών της κρατικής μηχανής -εκεί στο παράλληλο της σύμπαν μονίμως και στην αδιαφορία της- επίσης τους έχει γραμμένους.

Κοντολογίς το πράγμα είναι απείρως πιο πολύπλοκο από ό,τι μας βολεύει να λέμε, για να στήνουμε τους δημοσίους υπαλλήλους εύκολα και μαζικά στον τοίχο. Τέτοιες στιγμές ειδικά, δεν κερδίζουμε κάτι.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι, έχουν δε και ένα πρόσθετο επιχείρημα: εξηγούν ότι οι ίδιοι πληρώνουν στο ακέραιο τους φόρους τους την ώρα που πολλοί άλλοι, «έξω», δεν δηλώνουν τα περισσότερα ή πολλά έστω.

Κάτι στο οποίο, οι «έξω» ανταπαντούν πως δεν είναι λίγοι οι του Δημοσίου οι οποίοι διατηρούν παράνομα άλλες δουλειές, ενίοτε και αδήλωτα. Και πως πολύς κόσμος αναγκάζεται να μην τα δηλώνει προκειμένου να εξοικονομήσει λεφτά για τα παιδιά του ή τα μη εξασφαλισμένα γεράματά του. Το τελευταίο, βέβαιο.

Τίποτα από τα πιο πάνω δεν είναι αναντίλεκτο, όπως και τίποτα δεν μπορεί να απορριφθεί απλά και διά συνοπτικών διαδικασιών. Είναι όλα αλήθειες οι οποίες δεν ισχύουν καθολικά και απόλυτα. Αλλά είναι τέτοιες.

Αυτές δε τις μέρες, υπάρχει και μια παράλληλη συζήτηση για την απουσία συμμετοχής του Δημοσίου στην προσπάθεια που γίνεται για να διασωθεί η οικονομία. Δεν μπορεί, ερωτούν κάποιοι, να γίνουν επίσης προσωρινές περικοπές στους υψηλόμισθους του Δημοσίου ώστε να ενισχυθούν οι μισθοί των πιο ευάλωτων οικονομικά ομάδων και να αυξηθεί το ποσοστό συμμετοχής του κράτους στο σχέδιο που εξαγγέλθηκε;

Πιστεύω πως, ναι, είναι μια λογική απορία. Κυρίως διότι, θα σας πουν και οι λογικοί του Δημοσίου που σας έλεγα στην αρχή και εγώ το άκουσα εχθές από κάποιους, μια κατάρρευση της οικονομίας θα συμπαρασύρει και το Δημόσιο μαζί της.

Όλοι έχουμε να χάσουμε.

Ωστόσο, ακόμα και τώρα, δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως τα λεφτά που διατέθηκαν προέρχονται από τα δημόσια ταμεία στα οποία δεν καταλήγουν μόνο οι δικοί μας φόροι αλλά και οι δικοί τους.

Σαφώς και είναι επί της ουσίας μια λογιστική πράξη με τον εργοδότη και τον εισπράκτορα να είναι ο ίδιος αλλά δεν πάει έτσι. Εκτός κι αν θεωρούμε ότι αδίκως πληρώνονται: από τους γιατρούς, τους νοσοκόμους, τους τεχνοκράτες, τους γραφείς, τους δικαστές, τους διπλωμάτες, τους (πλείστους…) εκπαιδευτικούς, τους αστυνομικούς κ.λπ. Εγώ δεν το θεωρώ.

Το κεφάλαιο της βελτίωσης της απόδοσης του Δημοσίου επιβάλλεται να ανοίξει. Ακόμα και τώρα, ναι.

Αλλά οι δημόσιοι υπάλληλοι ευθύνονται νομίζω μέχρι τον βαθμό της απουσίας αντίδρασης και απαίτησης για διόρθωση των κακώς κειμένων έτσι που οι χαρραμοφάηδες -και ναι, δεν είναι λίγοι αλλά ούτε και η πλειονότητα- να σταματήσουν να έχουν τη δυνατότητα να (μην) δουλεύουν εις βάρος των υπολοίπων συναδέλφων τους και του κοινωνικού συνόλου.

Αυτή όμως η διόρθωση -η τεράστια διόρθωση που απαιτείται- είναι ευθύνη της Πολιτείας και εκεί είναι που θα πρέπει να εστιάσουμε εμείς. Όχι στη μαζική ισοπέδωση ούτε και τη διαπόμπευση των δημοσίων υπαλλήλων μαζικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αλλού, εδώ και για μία σοφή απόφαση του Ανωτάτου. Σοφή κοινωνικά τουλάχιστον διότι δεν είμαι νομικός για να ξέρω να την κρίνω από αυτή την άποψη.

Δεν διανοούμαι, εν κατακλείδι, να επιτρέπω ως πολίτης και ως μέρος της κοινωνίας αυτή τη βαρβαρότητα και για ανθρώπους οι οποίοι συχνά προσπερνούν όλους μας σε κατάρτιση και σε εργατικότητα, με τη δικαιολογία ότι πολλοί συνάδελφοί τους, πάρα πολλοί ναι, δεν αποδίδουν ή καλύτερα, δεν υποχρεούνται ή και δεν εκπαιδεύονται για να αποδώσουν.

Διότι πέρα από εκείνους που το ονειρεύονταν από παιδιά θα εκπλαγείτε πόσοι διορίζονται στο Δημόσιο και κάθονται σε ένα γραφείο χωρίς κανείς να τους εκπαιδεύσει να κάνουν κάτι ή πολλά. Κάντε το λίγο εικόνα…

Αυτό το «όχχο μάνα μου!» που είπατε από μέσα σας, είναι ο λόγος για τον οποίο δεν πρέπει να επιτρέπουμε στον εαυτό μας εάν δεν θέλουμε να είμαστε υποκριτές ή να εγκρίνουμε με τη σιωπή μας έστω, αυτή τη χυδαιότητα των ημερών. Νομίζω καταλαβαινόμαστε.

Ας κρατηθούμε σοβαροί και ενωμένοι. Οι δύσκολες μέρες δεν έχουν τελειώσει ακόμα. Τώρα είναι η πιο κρίσιμη φάση.

Για αυτό που περνάμε μα και για τα νεύρα όλων μας…

Πηγή: politis.com.cy