Το μερίδιο του δημόσιου χρέους που κατείχε ο εγχώριος χρηματοπιστωτικός τομέας του κάθε Κράτους Μέλους της ΕΕ στο τέλος του 2019, ήταν υψηλότερο στη Δανία (74%), τη Σουηδία (73%), την Κροατία (67%) και την Ιταλία (63%), σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν σήμερα από τη Eurostat, τη στατιστική υπηρεσία της ΕΕ αναφορικά με τη διάρθρωση του δημόσιου χρέους στα Κ-Μ.

Σύμφωνα με τη Eurostat, το μεγαλύτερο ποσοστό χρέους που κατέχει ο μη εγχώριος χρηματοπιστωτικός τομέας καταγράφηκε στην Κύπρο (80%), έναντι της Λιθουανίας (76%), της Λετονίας (74%) και της Εσθονίας (70%). Επιπλέον σε γενικές γραμμές, σε ολόκληρη την ΕΕ, λιγότερο ο εγχώριος μη- χρηματοπιστωτικός τομέας κατείχε λιγότερο από το 10% του χρέους (μη χρηματοοικονομικές εταιρείες, νοικοκυριά και μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά), με τις αξιοσημείωτες εξαιρέσεις της Ουγγαρίας (28%), Μάλτας ( 26%), Πορτογαλίας (15%) και Ιρλανδίας (11%).

Στο τέλος του 2019, οι χρεωστικοί τίτλοι ήταν το κύριο χρηματοοικονομικό μέσο σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη. Η Τσεχία (92% του συνολικού χρέους της γενικής κυβέρνησης), σημείωσε το υψηλότερο ποσοστό, έναντι της Ουγγαρίας, της Σλοβενίας και της Ισπανίας (από 87%), της Μάλτας και της Γαλλίας (και οι δύο 86%).

Αντίθετα, τα δάνεια επικράτησαν σε μεγάλο βαθμό στην Εσθονία (88%) και στην Ελλάδα (81%). Η χρήση δανείων ήταν επίσης σχετικά υψηλή στην Κύπρο (41%), στη Σουηδία (33%), στην Κροατία (29%), στο Λουξεμβούργο (28%) και στην Πορτογαλία (27%). Το νόμισμα και οι καταθέσεις αποτελούσαν γενικά ένα σχετικά μικρό μερίδιο του χρέους, εκτός από την Πορτογαλία (13%), την Ιρλανδία (11%) και την Ιταλία (9%).

Με το 21% του συνολικού δημόσιου χρέους να έχει διάρκεια κάτω του ενός έτους, η Σουηδία κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό βραχυπρόθεσμων αρχικών προθεσμιών λήξης χρέους μεταξύ των κρατών μελών στο τέλος του 2019, έναντι της Πορτογαλίας (18%), της Ιταλίας (15%) , Ουγγαρίας και Δανίας (και οι δύο 11%). Στο αντίθετο άκρο της κλίμακας, σχεδόν το σύνολο του χρέους (άνω του 98%) αποτελούσε μακροπρόθεσμες λήξεις στη Λιθουανία, τη Βουλγαρία, την Πολωνία, τη Σλοβακία και την Τσεχία.

Πιο συγκεκριμένα στην Κύπρο, ο δείκτης χρέους προς το ΑΕΠ ήταν 95,5% το 2019, που διακρατείται στο 80,1% από μη εγχώριες οντότητες (χρηματοπιστωτικός τομέας στον υπόλοιπο κόσμο), 16,2% από εγχώριες χρηματοοικονομικές εταιρείες, 3,8% από τον εγχώριο μη χρηματοοικονομικό τομέα, 2,1% είναι βραχυπρόθεσμος δανεισμός (<1 έτος), 0,7% σε νόμισμα και καταθέσεις 57,9% σε χρεόγραφα και 41,4% σε δάνεια.

Στην Ελλάδα ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ ήταν 176,6% το 2019, 80,6% σε δάνεια, 17,5% σε χρεόγραφα, 2,0% σε νόμισμα και καταθέσεις, 6,2% ήταν βραχυπρόθεσμος δανεισμός.