Αχρείαστες χαρακτήρισε ο Αρχηγός Αστυνομίας Κύπρος Μιχαηλίδης τις αντιδράσεις που υπάρχουν από μερίδα πολιτών με αφορμή τα αυστηρότερα περιοριστικά μέτρα που ανακοινώθηκαν χθες, σημειώνοντας ότι οι νομοταγείς πολίτες δεν έχουν λόγο να αντιδρούν και να ανησυχούν.

Σε δηλώσεις του στο ΚΥΠΕ, ο κ. Μιχαηλίδης σχολιάζει, μεταξύ άλλων, τις αντιδράσεις ως προς το θέμα των ελέγχων της Αστυνομίας για συμμόρφωση των πολιτών με την απαγόρευση συγκέντρωσης προσώπων στην όποια οικία πέραν των μόνιμα διαμενόντων και ως προς το σκίτσο του Γραφείου Τύπου του Αρχηγείου για την προσπάθεια της Αστυνομίας για να μείνουν οι πολίτες στα σπίτια τους.

«Θεωρώ ότι είναι αχρείαστες αυτές οι αντιδράσεις και στα αυτιά τα δικά μας δεν φτάνουν αντιδράσεις από κόσμο. Θεωρώ ότι αν υπάρχουν αντιδράσεις, υπάρχουν από κάποια άτομα τα οποία προφανώς σχεδιάζουν ή έχουν σχεδιάσει να κάνουν οποιαδήποτε παράτυπη ενέργεια σε σχέση με αυτό που έχει εξαγγελθεί», είπε.

«Δηλαδή, ένας νομοταγής πολίτης, ένας άνθρωπος που αγαπά την οικογένειά του, που αγαπά την υγεία του, υπάρχει λόγος να αντιδράσει επειδή αναφέρθηκε στο διάταγμα ότι θα μπορεί η Αστυνομία να παρεμβαίνει σε περίπτωση που υπάρχει μια παρανομία σε ένα σπίτι;» διερωτήθηκε και πρόσθεσε: “Το θεωρώ λίγο οξύμωρο να γίνεται αυτή η συζήτηση με την έννοια ότι ένας σωστός άνθρωπος θα έπρεπε να χαρεί[…] Νομίζω όλοι λαμβάνουμε τα μέτρα μας όταν έχουμε τη στοιχειώδη μόρφωση και τη στοιχειώδη ευθύνη απέναντι στους γύρω μας να περιοριστούμε στο σπίτι μας».

«Κι εγώ έχω παιδιά, έχω εγγόνια, και σας λέω ότι εδώ και 15 -20 μέρες δεν τα έχω δει μπροστά μου. Μιλάμε με διάφορα ηλεκτρονικά μέσα, μιλάμε στα τηλέφωνα γιατί θεωρούμε ότι δεν πρέπει να βρεθούμε για τον απλούστατο λόγο γιατί θέλουμε να διασφαλίσουμε την υγεία ο ένας του άλλου. Ως εκ τούτου, γιατί να ανησυχήσει ο κόσμος;”, είπε.

Ξεκαθάρισε ότι «η κατοικία ενός εκάστου είναι απαραβίαστη και αυτό το σεβόμαστε πλήρως. Η Αστυνομία δεν υπάρχει περίπτωση να παρέμβει να κάμει την οποιαδήποτε παρατήρηση ή να χρησιμοποιήσει βία για να μπει σε κάποια κατοικία. Αλοίμονο. Εκείνο που μπορεί να συμβεί είναι ότι μετά από μια πληροφορία που μπορεί να μας δώσει κάποιος ότι σε κάποιο σπίτι γίνεται μια εκδήλωση ή μια σύναξη, η οποία είναι επικίνδυνη, τότε η Αστυνομία μπορεί να πάει εκεί να τους πει έτσι με πολλή πειθώ και ευγένεια ότι αυτό το πράγμα που κάνουν στρέφεται κατά της υγείας πρωτίστως της δικής τους και κατ’ επέκταση της υγείας των υπολοίπων που πιθανόν να συναναστραφούν μαζί σας».

«Αν βέβαια αυτή η κατάσταση συνεχίζει τότε σίγουρα υπάρχουν τρόποι τους οποίους γνωρίζει η Αστυνομία και μπορεί να παρέμβει είτε μέσω ενός εντάλματος έρευνας ή με κάποιο άλλο τρόπο και να καταγγελθεί ο κάτοχος της κατοικίας ή και όσοι ευρίσκονται εκεί με βάση των διαταγμάτων. Είναι πολύ απλό το ζήτημα», είπε.

Επανέλαβε ότι αυτό το μέτρο «θα πρέπει να φοβίζει ή να ανησυχεί εκείνους που προτίθενται να διαπράξουν ένα αδίκημα ή μια παράβαση που να αντιβαίνει στο διάταγμα. Γιατί να ανησυχήσει ο υπόλοιπος κόσμος;».

Ανέφερε ότι οι έλεγχοι της Αστυνομίας γίνονται και θα συνεχίσουν να γίνονται στη βάση της νομιμότητας. «Ζούμε σε ένα ευνομούμενο κράτος, αλοίμονο να παρεμβαίνει η Αστυνομία και να υπερβαίνει τον νόμο[…]. Στόχος όλων μας είναι (η διασφάλιση) της δημόσιας υγείας και η υγείας του κάθε ενός από εμάς αυτό είναι το ζητούμενο. Σκοπός μας δεν είναι ούτε η ταλαιπωρία του κοινού ούτε και η επιβολή προστίμου και να οδηγούμε τον οποιονδήποτε πολίτη ενώπιον της δικαιοσύνης».

Ερωτηθείς σχετικά με τους ελέγχους της Αστυνομίας, είπε ότι γίνονται περισσότεροι στατικοί έλεγχοι. «Έχουμε διαπιστώσει ότι με τους στατικούς ελέγχους είμαστε πιο αποτελεσματικοί γι΄αυτό και έχουν δοθεί οδηγίες από εμένα τις τελευταίες μέρες να μειωθούν οι μηχανοκίνητες περιπολίες και να επικεντρωθούμε περισσότερο στη διενέργεια ελέγχων στους δρόμους[…] στην προσπάθεια μας, επαναλαμβάνω, όχι για να γεμίσουν τα ταμεία του κράτους κάτι που λέγεται κατά κόρον, αλλά γιατί θέλουμε να διασφαλίσουμε την υγεία του καθενός από εμάς».

«Είμαστε σε στενή συνεργασία», πρόσθεσε, «με τους παρατηρητές της γειτονιάς, οι οποίοι μας βοηθούν και μας παρέχουν πληροφόρηση εκεί που διαπιστώνουν κάποια παράβαση. Έχουμε άριστη και αγαστή συνεργασία με την Εθνική Φρουρά, με την Πολιτική Άμυνα, με τα δημαρχεία και τα κοινοτικά συμβούλια, με τις επαρχιακές διοικήσεις. Μπορώ να πω ότι γίνεται μια τεράστια προσπάθεια και μπορώ να πω ότι επιφέρει καρπούς για τη διασφάλιση της υγείας των πολιτών».

Ερωτηθείς για το σκίτσο της Αστυνομίας, το οποίο προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, ο κ. Μιχαηλίδης είπε ότι «στην προσπάθεια του Γραφείου Τύπου να δώσει μηνύματα, έχει δώσει αυτό το σκίτσο στη κυκλοφορία με απώτερο στόχο να ευαισθητοποιήσει το κοινό και παρά το γεγονός ότι υπήρξαν πολύ θετικά σχόλια και από πλευράς μέσων κοινωνικής δικτύωσης υπήρξαν και κάποιοι που αντέδρασαν ως προς την εικόνα η οποία κατά την άποψη μου δεν είχε κάτι το μεμπτό. Εξαρτάται το πώς ερμηνεύει ο καθένας μια εικόνα που βλέπει».

«Εκείνο το οποίο ήθελε το Γραφείο Τύπου να μεταδώσει είναι ότι η Αστυνομία είναι έξω και προσπαθεί να κρατήσει τον κόσμο μέσα στα σπίτια του για να μην βγει έξω και να μολυνθεί από τον κορωνοϊό και οι γιατροί και οι νοσηλευτές προσπαθούν να κρατήσουν τον κορωνοϊό έξω από τα σπίτια. Αυτό το μήνυμα και μόνο ήθελε να δώσει. Όμως κατόπιν δικών μου οδηγιών – γιατί έβλεπα ότι κάποιοι έγραφαν διάφορα πράγματα – κατέβηκε αυτό το σκίτσο το οποίο δεν είναι τίποτε το επιλήψιμο».

Ο κ. Μιχαηλίδης είπε ότι πέραν από την ασφάλεια της υγείας του κοινού, «πρώτιστο μέλημα της Αστυνομίας και της ηγεσίας της είναι η διασφάλιση της υγείας και της ασφάλειας των μελών μας. Ως εκ τούτου έχουν δοθεί οδηγίες, έχουμε δώσει όλα τα αναλώσιμα υλικά στα μέλη μας, όπως είναι οι μάσκες, τα γάντια, γυαλιά ηλίου ακόμα και στολές μίας χρήσεως». Έχουν δοθεί ρητές οδηγίες στους αστυνομικούς,είπε, να εφαρμόζουν μέτρα προστασίας της υγείας τους κατά τους ελέγχους.

Είπε, τέλος, ότι πέραν του ενός θετικού κρούσματος που εντοπίστηκε στις τάξεις της Αστυνομίας δεν υπήρξε άλλο τέτοιο κρούσμα. Είπε επίσης ότι ο εν λόγω αστυνομικός που μολύνθηκε δεν είχε οποιαδήποτε συμπτώματα, ενώ αύριο αναμένεται να εξέλθει της υποχρεωτικής καραντίνας στην οποία είχε τεθεί για να επιστρέψει στα καθήκοντά του.