Το Ανώτατο Δικαστήριο, ως Εκλογοδικείο, απέρριψε την αίτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων με την οποία ζητούσε άδεια παρέμβασης στη διαδικασία εκδίκασης της εκλογικής αίτησης του τέως βουλευτή του ΔΗΣΥ Λεμεσού Ανδρέα Μιχαηλίδη στη γνωστή υπόθεση της 56ης έδρας της Βουλής.

Η εκλογική αίτηση του κ. Μιχαηλίδη έχει ως αποδέκτες τον Γενικό Έφορο Εκλογής, τον Έφορο Εκλογής Εκλογικής Περιφέρειας Λεμεσού, τον Γεώργιο Παπαδόπουλο και το Κίνημα «Αλληλεγγύη».

Η πλευρά του κ. Μιχαηλίδη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση της Βουλής. Ο Γενικός Εισαγγελέας, εκ μέρους του Γενικού Εφόρου Εκλογής και του Εφόρου Εκλογής Εκλογικής Περιφέρειας Λεμεσού δεν καταχώρησε ούτε ένσταση, ούτε αγόρευση, μη ενιστάμενος τελικά στην αίτηση της Βουλής. Χωρίς ένσταση, καταχωρήθηκε αγόρευση και από τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, υποστηρικτική της δυνατότητας παρέμβασης της Βουλής.  Το Κίνημα «Αλληλεγγύη» παρά την προς αυτό επίδοση δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία.

Το Εκλογοδικείο, με ομόφωνη απόφασή του, έκρινε ότι η αίτηση για παρέμβαση της Βουλής δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη για τους ακόλουθους λόγους:

(i)  Ο προσδιορισμός της διαφοράς ενώπιον του Εκλογοδικείου έχει ήδη γίνει από τους βασικούς αιτητές οι οποίοι εισήγαγαν εκλογική αίτηση και συνεπώς ισχύει, διαδικαστικά, ο περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Εκλογικαί Αιτήσεις) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1981 (9/1981) όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό 9/1998.  Συνεπώς, η αίτηση για παρέμβαση της Βουλής που στηρίζεται εξ ολοκλήρου στους Δικονομικούς Θεσμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας παραμένει δικονομικά αθεμελίωτη εφόσον ο ισχύων Κανονισμός είναι αυτός που αφορά τις εκλογικές αιτήσεις και ο οποίος ουδόλως έχει τεθεί ως βάση της αιτήσεως. Ως γνωστό από τη νομολογία[…], ο ισχύων Κανονισμός για τη δικαιοδοσία του Εκλογοδικείου είναι ο Κανονισμός του 1981 και όχι οποιοσδήποτε άλλος Κανονισμός που αφορά σε άλλες δικαιοδοσίες, διοικητικής ή αστικής φύσεως.

(ii) Ακόμη και να ενεργοποιείτο ο εφαρμοζόμενος εν προκειμένω Κανονισμός του 1981, αυτός δεν προνοεί οπουδήποτε τη δυνατότητα παρέμβασης ή συνένωσης τρίτου προσώπου επηρεαζόμενου (κατά την αντίληψη πάντοτε της Βουλής), από την Εκλογική Αίτηση.

 

(iii) Είναι σαφές ότι ούτε το Άρθρο 139, ούτε το Άρθρο 140 του Συντάγματος τα οποία επικαλείται η Βουλή στην αγόρευση της είναι βοηθητικά εφόσον αυτά ρυθμίζουν, κατά συνταγματικό τρόπο, ειδικές περιπτώσεις στις οποίες η Βουλή των Αντιπροσώπων αυτοδικαίως καθίσταται διάδικο μέρος προς επίλυση διαφοράς μεταξύ πολιτειακών οργάνων ή κατά τον έλεγχο συνταγματικότητας δυνάμει Αναφοράς του Προέδρου της Δημοκρατίας.

(iv) Η ίδια η Βουλή δεν έχει έννομο συμφέρον κατά τη νομολογία να υπερασπίζεται νόμο που η ίδια εξέδωσε δεδομένου ότι κάθε νόμος που θεσπίζεται από το νομοθετικό σώμα θεωρείται συνταγματικός μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου και μάλιστα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.  Επομένως, δεν δικαιολογείται παρέμβαση της Βουλής ως έχουσα συμφέρον  για να προωθήσει την αυτονόητη θέση περί της συνταγματικότητας του Νόμου που έχει θεσπίσει ή για την αναγκαιότητα της δράσης της προς επίλυση του προβλήματος κατανομής της 56ης έδρας.  Το όλο ιστορικό εμφαίνεται στην ίδια την Εκλογική Αίτηση και τις ενστάσεις που καταχωρήθηκαν.

(v) Δεν τίθεται στην πραγματικότητα ζήτημα ορίων αρμοδιότητας ή ανεξαρτησίας της Βουλής με την παρούσα Εκλογική Αίτηση, ως ο ισχυρισμός που προωθήθηκε, επειδή η Βουλή λειτουργεί με 55 Βουλευτές.  Στην Εκλογική Αίτηση η διαφορά, κατ΄ επιλογήν πάντοτε των ιδίων των βασικών αιτητών, είναι με τους κατονομασθέντες τέσσερεις καθ΄ ων η αίτηση και όχι με τη Βουλή των Αντιπροσώπων.  Άλλωστε η Βουλή δεν επιζητεί με την αίτηση της την προσθήκη της ως διαδίκου, αλλά μόνο να ακουσθεί παρεμβατικά προς  υποστήριξη των θέσεων της, (και αυτό όχι ως αφορώσα τη σύνθεση της, αλλά γενικά επικαλούμενη τη θέση της ως νομοθετικό σώμα,[…], κάτι το οποίο όμως δεν μπορεί να αναγνωριστεί έξω από το ορθό δικονομικό πλαίσιο και  υπό το φως του γεγονότος ότι οι βασικοί αιτητές προσδιόρισαν την ουσία της διαφοράς τους με τους καθ΄ ων η αίτηση,  ως Εκλογική Αίτηση.

(vi) Ούτε τίθεται ζήτημα φυσικής δικαιοσύνης, όπως αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση της Βουλής, ώστε να ισχύουν τα όσα αποφασίσθηκαν στην Δημοκρατία ν. Πουλλή (2001) 3 Α.Α.Δ. 1060.  Εδώ η Βουλή δεν είναι δικαιωματικά διάδικος, ούτε της αποστερείται το δικαίωμα να ακουσθεί στη βάση του ότι θα έπρεπε να ήταν διάδικος ή ότι θα έπρεπε να της είχε επιδοθεί η Εκλογική Αίτηση. Η καταφυγή επομένως στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, δεν διασώζει την αίτηση παρέμβασης. Η σύμφυτη εξουσία δεν διευρύνει το όριο λειτουργίας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δημιουργώντας νέες ατραπούς.  Η χρήση της πρέπει να είναι αναγκαία για αυτή τούτη την υποστήλωση του ιδίου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης της δικαιοσύνης[…].

(vii) Πρόσθετα, σε ένα μεγάλο βαθμό οι θέσεις περί της ορθότητας της ανακήρυξης του Γεώργιου Παπαδόπουλου ως Βουλευτή ως αποτέλεσμα προφανώς της ψήφισης του Νόμου αρ. 131(Ι)/2019, υποστηρίζονται ήδη από την ένσταση του Γενικού Εισαγγελέα που κατέθεσε εκ μέρους των δύο Εφόρων Εκλογής[…].  Η ίδια η Βουλή αναγνωρίζει το γεγονός ότι ο Γενικός Εισαγγελέας εκ μέρους του Εφόρου Εκλογής υποστηρίζει τη νομιμότητα των αποφάσεων που λήφθηκαν όπως αναφέρεται στην αγόρευση της με παραπομπή στις προηγηθείσες Εκλογικές Αιτήσεις αρ. 2/2016 και 1/2017.

Πέραν όλων  των πιο πάνω, προστίθεται ότι η Εκλογική Αίτηση δεν είναι αγωγή ώστε να μπορεί να προστεθεί διάδικος ή να παρέμβει ενδιαφερόμενος εφόσον στην Εκλογική Αίτηση αποφασίζονται μόνο τα δικαιώματα των επηρεαζομένων εκλελεγμένων Βουλευτών.

«Εν κατακλείδι, αναγνωρίζεται από όλους τους παράγοντες ότι ενυπάρχει στο Δικαστήριο, και βεβαίως και στο Εκλογοδικείο, διακριτική ευχέρεια στην αποδοχή ή μη αιτήματος για παρέμβαση.  Για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί η διακριτική ευχέρεια δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της αίτησης της Βουλής των Αντιπροσώπων για παρέμβαση.  Η αίτηση απορρίπτεται», καταλήγει η απόφαση του Εκλογοδικείου.