Αίτηση για ακύρωση του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του υπέβαλε ο Avraham Shahak Avni για την υπόθεση του κατασκοπευτικού βαν. Σύμφωνα με όσα παρέθεσε στο δικαστήριο η υπεράσπιση του Ισραηλινού επιχειρηματία γνώριζαν για τις κινήσεις του οι Αστυνομικοί Διευθυντές των Επαρχιών Λάρνακας και Αμμοχώστου και ότι επιβιβάστηκαν στο όχημα Αστυνομικοί, στη μια περίπτωση Αξιωματικός της ΥΚΑΝ και σε άλλη, στέλεχος της ΚΥΠ.

Το Ανώτατο έδωσε άδεια στον κατηγορούμενο να υποβάλει αίτημα στο δικαστήριο για ακύρωση του εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του στις 19/12/2019. Το προσβαλλόμενο ένταλμα σύλληψης αφορά διάφορα υπό διερεύνηση αδικήματα τα οποία κατά τον ισχυρισμό της Αστυνομίας είχαν διαπραχθεί στην Κύπρο από 21.11.2018 μέχρι 6.12.2019, όπως συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, παραβιάσεις του περί απορρήτου της ιδιωτικής επικοινωνίας, εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος και άλλα. Σύμφωνα πάντα με την πλευρά του Αιτητή, όλα άρχισαν από δημοσίευμα σε κυπριακό κανάλι στις 15.11.2019, στο οποίο αναφέρθηκε ότι στη Λάρνακα κυκλοφορεί ένα όχημα (VAN), το οποίο ανήκει σε ισραηλινό πλουτοκράτη, πράκτορα, όπως χαρακτηρίστηκε των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών και παρέχει στην Κύπρου κατασκοπευτικές υπηρεσίες.

Ο Αιτητής ενημερώθηκε από κάποιο αστυνομικό για τα θέματα και του ζητήθηκε να ερευνηθεί το εν λόγω όχημα. Ο ίδιος ενημέρωσε την Αστυνομία ότι το όχημα ανήκει στην εταιρεία WS Wispear System Ltd.

Ακολούθησαν πολλές έρευνες σε σχέση με συγκεκριμένα υποστατικά και μεσολάβησαν διάφορες δηλώσεις στα ΜΜΕ για την υπόθεση από δημόσια ή πολιτικά πρόσωπα τα οποία παρουσίαζαν τον Αιτητή (και άλλο πρόσωπο) ως «ενόχους». Κατά πάντα χρόνο οι δικηγόροι του ήλθαν σε συνεννόηση με την Αστυνομία με σκοπό τη συνεργασία του. Ενώ δεν ενημέρωσε η Αστυνομία ότι εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης, δηλώθηκε η προθυμία του Αιτητή να έλθει στην Κύπρο για σκοπούς ανάκρισης.

Στο ενδιάμεσο διάστημα εκτελέστηκαν 3 εντάλματα σύλληψης εναντίον υπαλλήλων και ή αντιπροσώπων εταιρειών που είχαν κατ΄ ισχυρισμόν σχέση με τα υπό διερεύνηση υποστατικά και το όχημα. Επίσης στο εν λόγω μεσοδιάστημα ο Αιτητής όντας πρόεδρος της εβραϊκής κοινότητας στην Κύπρο αλλά και επαγγελματίας – επιχειρηματίας υπέστη σημαντική βλάβη από την όλη δημοσίευση της υπόθεσης.

Στις 2.6.2020 ο Αιτητής αφίχθηκε στην Κύπρο μαζί με την οικογένεια του και εκτελέστηκε το ένταλμα σύλληψης εναντίον του, το οποίο είχε εκδοθεί στις 19.12.2019. Στο μεταξύ ο δικηγόρος του είχε ενημερώσει από πριν την Αστυνομία δίδοντας λεπτομέρειες για την πτήση. Να σημειωθεί ότι από το χρόνο έκδοσης του εντάλματος σύλληψης ο Αιτητής, μέσω των συνηγόρων του, είχε επιδιώξει ανεπιτυχώς την απόκτηση αντιγράφου του εντάλματος σύλληψης ώστε να προχωρήσει με προσβολή του στο Δικαστήριο. Τα διαβήματα του περιγράφονται αναλυτικά στην ένορκη του δήλωση. Σημασία έχει ότι τελικά το αντίγραφο το έλαβε στις 5.6.2020 οπότε και προχώρησε στις 17.7.2020 στην καταχώρηση της παρούσας.

Σύμφωνα με την υπεράσπιση δεν στοιχειοθετείται εύλογη υποψία για διάπραξη των αδικημάτων από τον Αιτητή, ταυτόχρονα δεν υπάρχει καμία αναγκαιότητα σύλληψης του. Προσθέτως, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν τήρησε την αρχή της αναλογικότητας ή/και αναγκαιότητας, και δέχτηκε ως Rubber stamp τη θέση της Αστυνομίας, καθότι κυρίως η υπόθεση αφορούσε δικανική ανάλυση ηλεκτρονικών δεδομένων και όλο το αποδεικτικό υλικό που χρειαζόταν η Αστυνομία, το περισυνέλλεξε από τις 15/11/2019 μέχρι και τις 20/11/2019 και συνεπώς, δεν υπήρχε καμία πιθανότητα παρέμβασης στο ανακριτικό έργο.

Επιπλέον, σύμφωνα με την υπεράσπιση, η Αστυνομία απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία από το δικαστήριο και «δεν αποκαλύφθηκε ότι ήταν ενήμεροι οι Αστυνομικοί Διευθυντές των Επαρχιών Λάρνακας και Αμμοχώστου δια μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων που είχαν σταλεί στην ηλεκτρονική τους διεύθυνση και ότι μάλιστα σε δύο περιπτώσεις που έκανε δοκιμές, ευρίσκονταν εντός του οχήματος Αστυνομικοί, στη μια περίπτωση Αξιωματικός της ΥΚΑΝ και σε άλλη, στέλεχος της ΚΥΠ».

Πηγή: philenews